Ο Βράχος και η Λευκούλα

 

Μια φορά κι ένα καιρό ...

στην άκρη του δάσους,  εκεί λίγο πριν αρχίσει να απλώνεται το χωριό με τα λιγοστά σπιτάκια του, ζούσε ένας βράχος αγέρωχος.... Ζούσε..! πππφφφ... .ήταν εκεί απλωμένος, παθητικά ράθυμος  κι άφηνε την ζωή να κυλάει δίπλα του, βλέπεις δεν μπορούσε τίποτε να τον αγγίξει, αυτός ήταν  Βράχος!! όχι παίξε γέλασε, βαρύς δυνατός ακούνητος , και τίποτε μα τίποτε σας λέω δεν φοβόταν, ατένιζε με ύφος τον ουρανό και όταν ήταν καταγάλανος με ένα ήλιο που έλαμπε και  χαμογελούσε σ΄όλη την πλάση, και όταν ήταν γεμάτος βαριά σύννεφα που απειλούσαν να πέσουν  σαν καταρράκτες στη γη και να παρασύρουν τα πάντα  στο διάβα τους. Τα πάντα....; ε όχι δα! εμένα δεν μπορείτε να με ξεκουνήσετε από δω, σκεφτόταν περήφανα ο βράχος μας , εγώ είμαι ακλόνητος στην θέση μου.

Το σκεφτόταν, αλλά δεν το ΄λεγε, δεν έλεγε ποτέ του τίποτε και σε κανένα ...

...και οι εποχές άλλαζαν, όπως ξέρουν αυτές πάντα  να κυλούν,  τακτικά η μια πίσω  από  την άλλη, και η μία έφερνε μια σιγανή βροχούλα που τον ξέπλενε σιγοτραγουδώντας του, την αποζητούσε συχνά αυτήν, αλλά δεν της το΄χε πει ποτέ, αυτός ήταν βράχος...! άλλωστε αυτή μετά από τόσο τραγούδι, ξαφνικά εξαφανιζόταν, ποτέ δεν έμενε για πολύ κοντά του! και η επόμενη εποχή  που έφερνε ένα απαλό χιονάκι,  σκέπαζε σαν ζεστή κουβερτούλα τον βράχο μας, κάτω από την λευκή κουβερτούλα ένοιωθε προστατευμένος, μια γλυκειά θαλπωρή και όταν άρχιζε να λειώνει τον άφηνε να φαίνεται αστείος με το  άσπρο  το  σκουφί  στην  κεφαλή.... Αλλά και η άλλη εποχή, που έφερνε εκείνο το γλυκό αεράκι ...αχ αυτό το αεράκι.....! πότε του  έφερνε μοσχοβολιές λουλουδιών μακρυνές και σιγανούς ψιθύρους από το φυλλοβόλημα του δάσους, κι άλλοτε την ζωντάνια του χωριού, που τον έκανε πάντα να αισθάνεται σε αναμονή,   τι περίμενε ..; δεν ήξερε να πει, αλλά εκεί! περίμενε...

Αλλά και στο αεράκι δεν είπε ποτέ, ούτε μια κουβέντα, επειδή κι αυτό ερχόταν, τον  ξεμυάλιζε και έφευγε πάλι, δεν στεκόταν ποτέ, όλα περαστικά ήταν από την ζωή του...

και μετά ... ήταν η άλλη εποχή, εκείνη που έφερνε τον ήλιο!! εκείνο τον λαμπερό ήλιο με τις ζεστές του παιχνιδιάρικες ακτίνες, αχ!!!!  όχι πως τον χρειαζόταν, όχι βρε αδερφέ, δεν τον χρειαζόταν ! ούτε αυτόν ούτε τις ακτίνες του, αλλά να! ένοιωθε τόσο γλυκά ήρεμος κι ευτυχισμένος, όταν οι παιχνιδιάρικες  ακτίνες τον διαπερνούσαν μέσα για μέσα, ως τα μύχια φυλλοκάρδια του φτάναν και τον γέμιζαν πότε μια γλυκειά θαλπωρή, σαν να τον είχε μια  μάνα αγκαλιά, και πότε μια κάψα, που ένοιωθε έτοιμος να σηκωθεί και να φωνάξει στον  κόσμο οόο ..."ευχαριστω !! σ΄ευχαριστώ που υπάρχεις γύρω μου, δίπλα μου! για μένα...!!"

αλλά δεν το΄κανε ποτέ του, γιατί ήταν συχνά θυμωμένος με όλους, όλοι τον προσπερνούσαν και τίποτε δεν έμενε για πάντα κοντά του....τι κι αν ξαναγύριζαν; τον άφηναν συνεχώς μόνο πίσω τους, γιαυτό κι o βράχος μας καθόταν  εκεί παθητικά, έβλεπε κι  ένοιωθε  τα πάντα, αλλά σώπαινε, ποτέ δεν είπε μια κουβέντα σε κανένα, δεν τους χρειαζόταν! άλλωστε αυτός ήταν Βράχος! κι έκρυβε με περισσή επιμέλεια ένα μικρούλη λυγμό που ανέβαινε στο λαιμό κι απειλούσε να τον πνίξει...

Μια μέρα, μόλις είχε σταματήσει η σιγανή  βροχούλα το χαιδεματραγούδισμα της, και ξεχασμένος την έβλεπε με βαριά καρδιά να απομακρύνεται και να τον αφήνει πάλι μόνο, άκουσε μια φωνούλα μικρή, αλλιώτικη ...

ε ..ψιτ! καλέ μου βράχε ..δεν θέλω να ενοχλήσω ...αλλά μήπως θα μπορούσες σε παρακαλώ να κάνεις λίγο στην άκρη ;  ή έστω να χαμηλώσεις λίγο...; είμαι μικρό ακόμα ..και δεν μπορώ να φτώσω στον ήλιο...είμαι μούσκεμα και κρυώνω....μπρρρρρρρρ....

Ο Βράχος μας όλο περιέργεια γύρισε από δω, γύρισε από κει  την ματιά του, να δει ποιος του μιλούσε, μα δεν κατάφερνε να εντοπίσει από που ερχόταν η φωνή ...Η αλήθεια ήταν πως ένοιωθε να έρχεται σχεδόν από....μέσα του!

Εδώ Βράχε ! εδώ ..δίπλα σου καλέ..! δίπλα και κάτω ... αλλά εντελώς κάτω...χιχιχιχιχι..είμαι η Λευκούλα ! ....και ξαφνικά ένα απαλό χάδι στο πλευρό του, του έδειξε που πρέπει να κοιτάξει, ένα μικρό δεντράκι είχε φυτρώσει στο κοίλωμα που σχημάτιζε η μία του πλευρά...

Το κοίταξε προσεκτικά, και γύρισε την ματιά του από την άλλη.

Άστο,  σκέφτηκε ...κι αυτό λέει- λέει τώρα ...αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα φύγει κι αυτό και θα μείνω πάλι μόνος, δεν χρειάζεται ν΄ απαντήσω, έτσι κι αλλιώς  ο ήλιος θα είναι σε λίγο ψηλά και θα το ζεστάνει,  σιγά μην παραμερίσω κιόλας,  χα!

Μα ένοιωθε το χάδι από ένα φυλλαράκι στο πλευρό του απαλό, και κάνοντας τον αδιάφορο όλο και γύριζε τη ματιά του να δει αν έφτασαν επιτέλους οι ακτίνες του ήλιου στη Λευκούλα ...

ΩΩΩ!!!! σ΄ευχαριστώ πολύ καλέ μου Βράχε!! είπε σε λίγο η Λευκούλα καθώς ο ήλιος  την έλουζε ολόκληρη με τις ακτίνες του, είσαι τοοόοσο μα τόσο ευγενικός που άφησες τον ήλιο  να με ζεστάνει, σ΄ευχαριστώ πολύ πολύ!!! και ένα φυλλαράκι ακούμπησε γλυκά τον Βράχο και του ΄δωσε ένα φιλί!! ...........

Ταράχτηκε ο βράχος μας, από τη μια επειδή αυτό το ζεστό αυθόρμητο φιλί τον γέμιζε τρυφεράδα, ένοιωθε  σαν να ΄θελε  κάτι να ανταποδώσει, και να μην  ξέρει πως, να μην ξέρει τι... κι από την άλλη η συνείδηση του που τον βάραινε, αυτός δεν είχε κάνει τίποτε που να αξίζει το φιλί!!! μπα, θα κάνω  πως δεν καταλαβαίνω ...θα πει, θα πει, θα βαρεθεί, θα περάσει  ο καιρός και θα φύγει, ξανασκέφτηκε και γύρισε επιδεικτικά από την άλλη πλευρά.

Ο ήλιος του έκανε παιχνίδια, μα αυτός δεν είχε καθόλου μυαλό σήμερα για τίποτε άλλο,  ολόκληρη η προσοχή του ήταν από την μια, στραμένη στο φυλλάρακι που τον ακουμπούσε απαλά, κι από την άλλη προσπαθούσε  να μην αφήσει να φανεί πως του άρεσε, σκέφτηκε για μια δόση να αρχίσει να σφυρίζει, για να κάνει τον αδιάφορο, είχε δει κάτι παιδιά τις προάλλες που το έκαναν, αλλά μετά... θυμήθηκε πως ήταν βράχος, και δεν ήξερε να σφυρίζει ...

Η Λευκούλα από την άλλη, έκανε τρελά παιχνίδια με τις ακτίνες του ήλιου...όλο κουνήματα και γελάκια ήταν, τέντωνε όσο μπορούσε τα φυλλαράκια της και χόρευε ευτυχισμένη   για την πολύτιμη ζεστασιά και ένοιωθε τους χυμούς της να έχουν ξετρελαθεί και να θέλουν να την φτάσουν στα ουράνια, αχ...!!  τι όμορφη που είναι η ζωή! τραγούδησε κάποια στιγμή, έτσι δεν είναι καλέ μου βράχε ; τον ρώτησε γυρίζοντας το βλέμμα της όσο ψηλότερα μπορούσε, προσπαθώντας μάταια να τον αντικρύσει...

Ωωω!! είσαι τόσο ψηλός Βράχε μου! σίγουρα βλέπεις μέχρι το τέλος του κόσμου...! πέσμου, είναι ο κόσμος πράγματι μια ζωγραφιά ...; είναι τόσο όμορφος όσο τον φαντάζομαι;

-Κι ακόμη ομορφότερος, πήγε να της αποκριθεί ο βράχος, και μόλις την τελευταία στιγμή κρατήθηκε, δαγκώθηκε να λέμε καλύτερα, να μην μιλήσει,  είχε παρασυρθεί από την γεμάτη ζωντάνια φωνή της Λευκούλας ...

Και οι ώρες περνούσαν γρήγορα, επειδή ήταν ευχάριστες ώρες, κι αυτές όπως όλοι ξέρουμε τρέχουν, είναι πάντα βιαστικές ! άλλωστε τι είναι μερικές ώρες στην αιώνια ζωή ενός βράχου...; στιγμούλες μόνο θαρρείς, και ο ήλιος πήγε κι αυτός να ξεκουραστεί στο γιατάκι του, και η νυχτιά σκέπασε τον κόσμο τους κι άρχισαν ένα ένα να ανάβουν τ΄αστέρια τα λαμπιόνια τους...

Ξαστεριά έχει απόψε, σκέφτηκε ο βράχος, θα πέσει παγωνιά και η έννοια του ήταν στραμμένη στη Λευκούλα.

Λες να  κρυώνει...; αυτός δεν είχε ανάγκη, άλλωστε όλη τη μέρα μάζευε μέσα του τις ακτίνες του ήλιου, και τώρα θα έμενε για πολύ ώρα ακόμα ζεστός....
Κοιτάζοντας με τρόπο προς τα κάτω για να μην τον πάρει και  είδηση, είδε πως  η Λευκούλα είχε μαζέψει όλα της τα φυλλαράκια προς τα μέσα ... είχε μικρύνει ακόμη περισσότερο...μόνο ένα της φυλλαράκι ήταν απλωμένο κι ακουμπούσε με εμπιστοσύνη τον βράχο μας....όσο κι αν ήταν διακριτικό το κοίταγμα του η Λευκούλα μάλλον το κατάλαβε, επειδή του χαμογέλασε λέγοντας....

-Καλά που είσαι δίπλα μου, και κόβεις την παγωνιά.... όλοι μου ΄λεγαν να μην βιαστώ, δεν ήταν ακόμη ο καιρός μου να φυτρώσω, αλλά εγώ ήμουν βιαστική, ήθελα να δω τον έξω κόσμο...μπορώ να ακουμπήσω πάνω σου...; μου κάνει τόσο καλό η ζεστασιά σου...δεν απάντησε ούτε αυτή τη φορά ο βράχος, αλλά να, σαν ένα ρίγος να τον διαπέρασε και το ρίγος αυτό ξεκινούσε από το σημείο που η Λευκούλα είχε απλώσει μερικά φυλλαράκια της πάνω του...

`           - αχ Βράχε μου, πόση ζεστασιά νοιώθω κοντά σου, σαν να το ήξερες πως θα ερχόμουν ακριβώς σ΄αυτό το σημείο και βαθούλωσες για να με προστατεύεις, μπορεί να μην μου μιλάς, αλλά εγώ το ξέρω πως με νοιώθεις  και πως όλη σου τη ζεστασιά για μένα την εκπνέεις, μου φτάνει που είσαι δίπλα μου,  τι θα ΄κανα χωρίς εσένα ; κι έγειρε με εμπιστοσύνη σαν μωρό στην αγκαλιά του,  να προφυλαχθεί...

Μάτι δεν έκλεισε ο βράχος μας όλο το βράδυ...να προσπαθεί να της στέλνει ζεστασιά, μην τυχόν και ξεχαστεί και του κρυώσει η Λευκούλα και εκεί που πήγαινε να τον αρπάξει ο ύπνος κάποιος θόρυβος από τα γύρω τον τίναζε πάλι πάνω τρομαγμένο. Λες να έρθει κανένα ζωάκι και να φάει την Λευκούλα ..; ήταν τόσο τρυφερά τα φυλλαράκια  της ...
Φύλακας και σκοπός έγινε δίπλα της  και προσπάθησε να κάνει μεγαλύτερο το βαθούλωμα του να την προφυλάξει ολόκληρη...

Ο Ήλιος τον βρήκε σκεφτικό να σπάει το κεφάλι του στο πως να την προστατέψει,  αν συνέβαινε κατι !! αναθάρρησε μόλις είδε τις πρώτες ακτίνες , τώρα θα ζέσταινε ξανά και η Λευκούλα του δεν θα κινδύνευε.... μπα σε καλο μου ,  η Λευκούλα... μου;! αναρωτήθηκε , από που ως που;

- Καλημέρα Βράχε μου! του ήρθε από δίπλα η μαχμουρλίδικη φωνή της, μπορεί να χει τώρα λίγη ψύχρα, αλλά τι όμορφα που με ζέσταινες όλο το βράδυ! σχεδόν στην αγκαλιά σου μ΄είχες! και του άστραψε ένα γλυκό χαμόγελο που ήταν μόνο για κείνον!! τι υπέροχη  μέρα είναι αυτή που έχουμε μπροστά μας...;!! συνέχισε η Λευκούλα να σιγανοψιθυρίζει και τα φύλλα της κουνιόταν όλο χάρη, αλλά ο βράχος μας είχε κολλήσει στο  "όλο το βράδυ τι όμορφα που με ζέσταινες ...σχεδόν στην αγκαλιά σου μ΄είχες "... και άφησε τον εαυτό του να χαμογελάσει λίγο,  η αλήθεια είναι πως χαμογέλασε μόνο από την άλλη του πλευρά, και γιαυτό και βγήκε λίγο στραβό το χαμόγελο του! μην τυχόν και τον δει και πάρει θάρρος, είπαμε, αλλά μην μας ανέβει και στο κεφάλι, μια σταλιά δεντράκι!! κι όλο κρυφογελούσε με την σκέψη πως το βράδυ που θα ΄ρθει πάλι θα τον χρειάζεται και η Λευκούλα όλο σιγανοτραγουδούσε δίπλα του  κι αυτός όλο κι άφηνε το χαμόγελο του να λάμψει περισσότερο και τη μέρα διαδεχόταν η νύχτα και πάλι η μέρα, πολλές μέρες και πολλές νύχτες, μην θέλετε τώρα να τις μετρήσουμε,  ο βράχος δεν νοιάστηκε ποτέ για το μέτρημα και η Λευκούλα έμενε στην αγκαλιά του..χμ.. δίπλα του ήθελε να πει και τον χάιδευε με τα φυλλαράκια της που όλο και γίνονταν περισσότερα  καθώς αυτή μεγάλωνε, ψήλωνε και δυνάμωνε ....

και ήρθε η εποχή του δυνατού ήλιου και η Λευκούλα  είχε φτάσει κιόλας ως την μέση του, τώρα μπορούσαν να βλέπονται πιο εύκολα, αλλά και να την νοιώθει πραγματικά στην αγκαλιά του, γιατί τα κλαράκια της ακουμπούσαν μέρα νύχτα πάνω του, δεν τον άφηνε ούτε μια στιγμή να νοιώσει μόνος και τα τραγούδια που του΄λεγε... ωωω! εκείνα τα γλυκά της τραγουδιστά σιγανομουρμουρίσματα τον μεθούσαν  και τον ημέρευαν συνάμα ! κι άρχισαν να έρχονται  επίσκεψη  τα πουλάκια να ξαποσταίνουν στα κλαράκια της . Στην αρχή φοβήθηκε μην  χάσει τη Λευκούλα, ήταν τόσο καλύτερη παρέα τα πουλάκια με τα κελαηδήματα τους από αυτόν , φοβήθηκε μήπως τα ακολουθήσει και του φύγει, αλλά σιγά σιγά καθώς η Λευκούλα έμενε πάντα κοντά του, με ή χωρίς τα πουλάκια, ηρέμησε  και  ήταν πανδαισία να ακούς και να απολαμβάνεις, δυο τρεις φορές παραλίγο να παρασυρθεί  από την πολλή την ευτυχία και να φωνάξει "τι όμορφη που είναι η ζωή !! σ΄ευχαριστώ που μου την έκανες τόσο πιο ζωντανή...!!"  αλλα τελευταία στιγμή κρατήθηκε, η αλήθεια να λέγεται κρατήθηκε  με το ζόρι, δεν ήξερε κι αυτός γιατί,   αλλά... πάλι δεν είπε τίποτε, απολάμβανε μόνο την συντροφιά της  κι ευτυχώς που τη Λευκούλα δεν την πτοούσε η σιωπή του!

Μια μέρα ακριβώς την ώρα που ο ήλιος βαρούσε κατακέφαλα τις ακτίνες του και ήταν και οι δυο τους αποχαυνωμένοι γλυκά από την πολλή ζέστη, κάτι άλλαξε στην ατμόσφαιρα. Πρώτος το ένοιωσε ο Βράχος,  κάτι τα ζωάκια που τέτοια ώρα λούφαζαν και ‘κείνα και τώρα έτρεχαν  βιαστικά προς αυτούς,  κάτι τα μαύρα σύννεφα που ερχόταν με βιασύνη προς αυτούς κι έκρυψαν τον ήλιο, σύννεφα ...; μα όχι ..δεν ήταν σύννεφα,  καπνός ήταν  και  μια μυρωδιά, ένα κάψιμο στο λαιμό του τον έκανε να σηκώσει ξαφνιασμένος το κεφάλι και πριν ακόμη ακούσει τις εναγώνιες κραυγές των πουλιών που πετούσαν τρομαγμένα να φύγουν προς το χωριό, είδε την φλόγα που έγλυφε με ανάλγητη βιασύνη τα δέντρα του δάσους! ααα καλά, μόνο φωτιά είναι! αυτός δεν είχε ανάγκη....πήγε να σκεφθεί, αλλά η σκέψη δεν αποσώθηκε, μια άλλη ήρθε να τον παρασύρει στο διάβα της και να τον γεμίσει φόβο ... Η Λευκούλα! κινδύνευε η Λευκούλα του !!! ακριβώς εκείνη τη στιγμή τα πουλάκια που ερχόταν επίσκεψη τα μεσημέρια ... πέρασαν με βιασύνη φωνάζοντας... μην στέκεσαι Λευκούλα! τρέξε! φωτιά! φωτιά! κινδυνεύεις !!! τρέξε...!!!

- μα πως να τρέξω καλά μου πουλάκια..; ρώτησε η Λευκούλα και να μπορούσα, δεν θα άφηνα τον Βράχο μου!!  δεν θα ήθελα να τον αφήσω μόνο του, κι έγειρε ξανά πάνω του, φοβισμένη αλλά κι αποφασισμένη!

Αλαφιάστηκε ο Βράχος μας... "πανάθεμα τον εγωισμό μου και το ξερό μου το κεφάλι ... έχασα τόσο καιρό και δεν της είπα ποτέ, πόσο απολαμβάνω την συντροφιά της, πόσο κομμάτι του εαυτού μου την νοιώθω,  πόσο με γοητεύει το τραγούδι της, πόσο με γαληνεύει το χάδι της, πόσο με συναρπάζει η ζωντάνια της,  πόσο την χρειάζομαι.." !!

Αλλά τώρα δεν είναι καιρός γι΄αυτά ... τώρα πρέπει να δω τι θα κάνω για να την προστατέψω...και κοίταζε γύρω του ... μήπως και δει κάτι και του ΄ρθει καμμιά φαεινή ιδέα....

 

Αλλά η ματιά του γύριζε συνεχώς πανικοβλημένη προς την φωτιά και δεν του΄μενε μυαλό καθαρό να σκεφτεί, οι κραυγές  των ζώων και των πουλιών ανακατώθηκαν στον αέρα και σχημάτισαν ένα κρεσέντο φόβου και αγωνίας...

Το μάτι του πήρε ξαφνικά κίνηση που πλησίαζε από την αντίθετη μερια......... άνθρωποι! ναι!  ευτυχώς ήρθε η σωτηρία σκέφτηκε και σαν να αναθάρρησε λίγο από την βοήθεια που πλησίαζε  "μην φοβάσαι καλή μου, μη φοβάσαι ! έρχονται οι άνθρωποι !θα την σβήσουν τώρα τη φωτιά, μην φοβάσαι...! δεν κατάλαβε καν μέσα στην αγωνία του πως είχε μιλήσει δυνατά....

- Βράχε μου ! μιλάς ! ω!! Βαθειά μου γνώριζα πως με καταλαβαίνεις,  πάντα το ένοιωθα στη θαλπωρή που μου πρόσφερες ...

- σώπαινε Λευκούλα και κούρνιασε στην αγκαλιά μου, μάζεψε όσο μπορείς τα κλαδάκια  και τα φυλλαράκια σου, είναι άτιμο πράγμα η φωτιά, εδώ εγώ που δεν έχω ανάγκη και την φοβάμαι!!  όσες φορές μέχρι τώρα με πλησίασε δεν τις ξέχασα ποτε! ένα τίποτε αφήνει πίσω της, τα τρώει όλα η αχόρταγη, της απάντησε ο Βράχος  και σαν να έγινε μεγαλύτερο το κοίλωμα του  να την χωρέσει ολόκληρη...

γκαχ γκουχ... μα τι είναι αυτό που το λένε φωτιά. Είναι ακόμη μακριά και με΄χει κάψει το λαιμό...; ανάσα δεν μπορώ να πάρω...παραπονέθηκε η Λευκούλα ...και ο βράχος έσφιξε τα δόντια προσπαθώντας να μεγαλώσει το κοίλωμα του για να την προστατέψει....

Θεέ των πάντων ...προσευχήθηκε μες την απόγνωση του ο Βράχος μας, σ' ευχαριστώ που μου την έστειλες δίπλα μου για  να μου μάθει τι σημαίνει χαρά της ζωής, τι σημαίνει συντροφικότητα! προστάτεψε την όμως,  ή βοήθα εμένα να την προστατέψω! δώσμου τρόπο να την φυλάξω να μην καεί...!!και παραλίγο να έκλαιγε ο Βράχος,  τόσο  πολύ  τον  είχε συνεπάρει η ικεσία του, αλλά εκείνη την στιγμή οι άνθρωποι είχαν κοντέψει και οι φωνές τους τον απέσπασαν ....

- θεέ μου...!!!  φώναζε ο ένας ...

- γρήγορα γρήγορα ..! φώναζε ο άλλος... αρπάξτε κλαδιά ..ό,τι βρείτε χλωρό, έδωσε εντολή ένας τρίτος, και χτυπάτε να τη σβήσετε, πρέπει να την σταματήσουμε εδώ αλλιώς κινδυνεύουν  τα σπίτια μας και τα παιδιά μας....

κι εκεί που είχε αναθαρρήσει ο Βράχος, ξανασφίχτηκε η ψυχή του, έχει γούστο  τώρα να...ούτε να το σκεφτεί δεν τόλμησε  και προσπάθησε να κρύψει τη Λευκούλα από τα μάτια των ανθρώπων...

- μαζέψου όσο μπορείς Λευκούλα!  κρύψου, όχι μόνο απ΄τη φωτιά κι ένοιωσε το φόβο της από το τρέμουλο που έκαναν τα φυλλαράκια της, που ήταν σχεδόν γαντζωμένα πάνω του. Νερό χρειάζεστε, ήθελε να φωνάξει με απελπισία... και την ίδια στιγμή κάποιος φώναξε -  που είναι πια το νερό ...; γιατί αργεί τόσο  να΄ρθει η υδροφόρα;  γιατί;  κι  ο βράχος στρέφοντας τα μάτια προς το χωριό είδε δυο βόδια να σέρνουν την υδροφόρα ....αχ ευτυχώς, σκέφτηκε, η σωτηρία πλησιάζει, αλλή  η φωτιά πλησίαζε με μεγαλύτερη ταχύτητα από την άλλη κατεύθυνση! ήδη η μία του πλευρά είχε αρχίσει να   αισθάνεται  την μανία της  καταστροφής της, παρόλο που οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να την χτυπούν με κλαδιά και να την σπρώχνουν προς τα πίσω για  να την αναγκάσουν να οπισθοχωρήσει, πετούσαν χώμα πάνω της, που μαζί με τον καπνό και την φλόγα γύριζε προς αυτόν και του έκαναν την αναπνοή δύσκολη, αλλά ο εαυτός του δεν τον ένοιαζε, το μέλημα του ήταν η Λευκούλα...θα αντέξει άραγε; θα τα καταφέρει;... κι έστρεφε την προσοχή του μιά προς τη μεριά του χωριού να δει αν φτάνει η υδροφόρα και μιά προς τη Λευκούλα προσπαθώντας να καταλάβει πως αισθάνεται...

- κούρνιασε όσο μπορείς κοντά μου, χαμήλωσε όσο μπορείς, προσπάθησε να αντέξεις, της έλεγε, η βοήθεια δεν αργεί...

- μην ανησυχείς για μένα Βράχε μου!  αναπνέω με δυσκολία αλλά τα καταφέρνω, φυλάξου εσύ που έχεις το μεγαλύτερο μερίδιο της φωτιάς πάνω σου, του απαντούσε εκείνη, και τον χάιδευε γλυκά να του δώσει κουράγιο  κι ας έτρεμε από το φόβο...

η υδροφόρα έφτασε κάποια στιγμή και του΄δωσε κουράγιο... άνθρωποι ανέβηκαν πάνω του.. και προσπαθούσαν από ύψος να πετάξουν το νερό όσο μακρύτερα γινόταν, το μισό έπεφτε πάνω του και εξατμιζόταν στο λεπτό με ένα τζζζζζζζζζζζζζζζζζςςςςς.... τόση ήταν η κάψα που είχε αρπάξει από την φωτιά ...

μιά αιωνιότητα πέρασε μέσα στον ορυμαγδό και την λαίλαπα της φωτιάς.... ευτυχώς που είμαστε εδώ λίγο απομονωμένοι, τίποτε δεν υπάρχει ακριβώς δίπλα μας, που να μπορεί να φέρει την φωτιά πάνω μας , σκέφτηκε ο Βράχος, και την ίδια στιγμή , ένα φλογισμένο κουκουνάρι πέταξε πάνω του και πριν προφτάσει να αντιδράσει, με μια γκέλα βρέθηκε πάνω στην Λευκούλα... η κραυγή της έσκισε τον αέρα  ή τα σωθικά του;  δεν ήξερε να πει.... έχασε τον κόσμο από τον πανικό του... θα την χάσω ..θα την χάσω ...ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί...φέρτε επιτέλους νερό !!εδώ νερό... ! άκουσε φωνές γύρω του ... μπορεί να ήταν και δικές του..ποιός μπορούσε εκείνη τη στιγμή να καταλάβει...; ένοιωσε τη φωτιά στο κοίλωμα του ...και προσπάθησε να γείρει προς τα κείνη την πλευρά .. να τρέξει το νερό πάνω στην Λευκούλα .... Δημιουργέ των πάντων βοήθα !!! έβγαλε μια κραυγή ακούγοντας το κλάμα της κι ένα ξεψυχισμένο ..Βράχε μου...τινάχτηκε ξαφνικά, ούτε κατάλαβε τι και πως και η πλευρά του .. αυτή που ήταν πάνω από την  Λευκούλα έγινε χίλια κομμάτια ... και έπεσε με ορμή πάνω της .. καταλάβαινε πως της πλήγωνε με την ορμή του ..αλλά την σκέπασε σχεδόν ολόκληρη με τον όγκο του ... και η φωτιά μη έχοντας αέρα .. έσβησε...για κάτι στιγμές που έμοιαζαν αιωνιότητα επικράτησε σιωπή... ούτε η Λευκούλα κουνιόταν ..ούτε αυτός τολμούσε να ανασάνει...η γη σταμάτησε να γυρίζει ..έτσι ένοιωθε την τόση σιγαλιά...την σκότωσα πριν προλάβει να την κάψει η φωτιά, σκέφτησε και πάγωσε παρόλη την κάψα...

και την άλλη στιγμή άρχισαν πάλι όλα και όλοι  μαζί να  ακούγονται.... οι άνθρωποι που ούρλιαζαν ... κάντε πίσω ... είναι πολύ δυνατή η φωτιά ...δεν βλέπετε που έσκασε ο βράχος ...; ρίξτε νερό εδώ τριγύρω μας ... να κάνουμε μια ζώνη....αλλά ο βράχος δεν άκουγε τίποτε από όλα αυτά ... όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στη Λευκούλα ...να νοιώσει περίμενε μια ανάσα της ...ένα κάτι τέλος πάντων, να καταλάβει αν ήταν καλά ... έστρεψε το είναι του ολόκληρο στον ουρανό ...θεέ μου .... ας είναι ζωντανή...και υπόσχομαι πως θα’ μαι πάντα καταδεχτικός με όλους ...θα νοιάζομαι και για το τελευταίο σπουργιτάκι που θα με πλησιάζει...δεν θα΄μαι πια περήφανος...τι κι αν είμαι βράχος...η μοναξιά και βράχους λυγίζει ... κάνε μόνο να μείνει δίπλα μου ζωντανή η Λευκούλα ... μου’ δωσε τόση άδολη αγάπη, τόση συντροφιά, τόση χαρά, χωρίς ποτέ να ζητάει τίποτε...ίσως μόνο, που και που, λίγη ζεστασιά...κάνε να έχει μείνει γερή εκεί κάτω από τα κομμάτια μου...

 Ήταν τόσο προσηλωμένος στην προσευχή του, που ούτε καν πρόσεξε τον αέρα που σάρωσε τα πάντα προς την πλευρά του δάσους .. και τους ανθρώπους που πανηγύριζαν την σωτηρία τους...μόνο όταν τους ένοιωσε κοντά του, να πετούν τα κομμάτια του στην άκρη γελώντας  ..κατάλαβε τι είχε γίνει και τι έλεγαν.... «άντε βρε παιδιά να σώσουμε τουλάχιστον αυτό το δεντράκι ...το προστάτεψε ο βράχος από την φωτιά ..αλλά θα σκάσει εκεί κάτω σκεπασμένο...και είδε να ξεπροβάλλουν σιγά σιγά φυλλαράκια και κλαδάκια της αγαπημένης του Λευκούλας ... άλλα σπασμένα ..άλλα σχισμένα και τσαλακωμένα...αλλά ... σ΄ευχαριστώ θεέ μου !! έστειλε πρώτα ένα πλατύ χαμέγελο στον ουρανό ... και γύρισε μετά να κοιτάξει με λατρεία την σύντροφο του που έβγαινε ταλαιπωρημένη, αλλά ζωντανή πάλι στο φως του ήλιου...την Λευκούλα ..που τίναζε τα κλαδιά της ..να καθαρίσουν από την σκόνη και την κάπνα...και τον κοίταζε χαμογελαστή και με μάτια γεμάτα φως....

 

 

Λευκούλα μου ...δεν μπόρεσε να συνεχίσει ο Βράχος μας ... ο λυγμός έσπασε την φωνή του ... «θέλω εκείνη την πνοή σου

πάνω μου πάντα  να νιώθω

καθώς θα ταξιδεύουμε

σαν αύρα απογευματινή του θερους,

πάνω μου να γλυστράει...

να φέρνει τη μυρωδιά που ξέρω

σαν δικό σου μοναδικό άρωμα

κι όταν σε τραβώ να σε φιλήσω, να με προλαβαίνεις εσύ....»

ήθελε να πει ... αλλά δεν χρειαζόταν πια λόγια.. τα λόγια ήταν περιττά μπροστά σ΄αυτά που έδειχνε με την ματιά του ....σε αυτά που εξέπεμπε η αύρα του....

- Βράχε μου! είπε συγχρόνως η Λευκούλα, έσπασες για να με προστατέψεις!! σου ανήκει η ζωή μου , και άπλωσε τα χέρια της ... χμ... τα κλαδιά της άπλωσε φυσικά,  να τον αγκαλιάσουν σφιχτά και να χαιδέψουν το σημείο όπου ο βράχος σπάζοντας έγινε χίλια κομμάτια για να την σώσει! κι ας λένε μερικοί πως οι βράχοι δεν έχουν αισθήματα επειδή δεν μιλάνε, εγώ ξέρω καλύτερα ! κι ακούμπησε με εμπιστοσύνη και λαχτάρα πάνω του χαμογελώντας γλυκά ....

...και ζήσαν αυτοί καλά ... κι εμείς καλύτερα ..... 

© Ευγενία Σγούρα

10.05.2012

Erstelle deine eigene Website mit Webador